Οι 10 Εκκλησίες Παγκόσμιας Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ στο Τρόοδος


Διοργανωτές: Ουρανία Περδίκη και Χαράλαμπος Πέτσας

Αρχίζουμε με επίσκεψη στον Καθεδρικό Ναό Αγίου Ιωάννη στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου, ο οποίος κτίστηκε το 1662  στον χώρο της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Πίπη. Η μονή αυτή ήταν αφιερωμένη στον Ευαγγελιστή Ιωάννη, τον αγαπημένο μαθητή του Χριστού. Το επώνυμο Πίπη προέρχεται από την αραβική λέξη habib, που σημαίνει αγαπώ, και εφόσον ο Ιωάννης είναι ο ευαγγελιστής της αγάπης, γι’ αυτό ταίριαζε απόλυτα στην περίπτωση αυτή το αραβικό αυτό επίθετο.

THEO3 XO 1

Δίπλα είναι το Βυζαντινό Μουσείο, στο οποίο υπάρχει η πλουσιότερη και αντιπροσωπευτικότερη συλλογή έργων βυζαντινής τέχνης, από ολόκληρη την Κύπρο.

THEO3 XO 2

Και το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης, στο οποίο  υπάρχουν έργα υφαντικής, αγγειοπλαστικής, κεντητικής, μεταλλοτεχνίας, ξυλογλυπτικής, καλαθοπλεκτικής, δερματοτεχνίας, λαϊκής ζωγραφικής, φορεσιές, δαντέλες, γεωργικά εργαλεία, εργαλεία υφαντικής κ.ά.

Μετά στο Μουσείο Αγώνος, στο οποίο εκτίθενται προσωπικά αντικείμενα των αγωνιστών του απελευθερωτικού αγώνα 1955-’59 από την αγγλική κατοχή.

THEO3 XO 6

Πολύ κοντά είναι το Εθνολογικό Μουσείο (Οικία Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου). Το αρχοντικό του Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου αποτελεί το σημαντικότερο δείγμα αστικής αρχιτεκτονικής της περιόδου της τουρκοκρατίας στη Λευκωσία.

Ακολουθεί ένα ελαφρύ γεύμα με κυπριακά αλλαντικά και χαλούμι στο καφέ «το Υφαντουργείο».
Και μετά στην εκκλησία της Παναγίας Φανερωμένης, που κτίστηκε το 1872 και ήταν η μεγαλύτερη εκκλησία της Λευκωσίας. Στο μαρμάρινο μαυσωλείο στα ανατολικά της εκκλησίας υπάρχουν λείψανα των επισκόπων και ιερέων που εκτελέστηκαν από τους Οθωμανούς το 1821.

Μετά στην εκκλησία Αρχάγγελου Μιχαήλ Τρυπιώτη, σε μια πυκνοκατοικημένη ενορία από τον καιρό της Φραγκοκρατίας.

Δίπλα είναι ο ναός του Αγίου Σάββα, ο οποίος φιλοξενεί τις θαυματουργικές εικόνες του Αγίου Γεωργίου του Εξορινού και του Αγίου Φανουρίου.

Θα δούμε μετά, στην Συλλογή Αρχαιοτήτων Γεωργίου και Νεφέλης Τζιάπρα Πιερίδη, η οποία αριθμεί περισσότερα από 600 αντικείμενα καλύπτει ένα ευρύ φάσμα της κυπριακής αρχαιολογίας από την Πρώιμη Eποχή του Xαλκού (2500 π.X.) έως και τη Mεσαιωνική Περίοδο (16ος αιώνας).

THEO3 XO 25

Περίπατος Λαϊκή Γειτονιά Λήδρας και Ονασαγόρου


Ταμασός

Το πρωί θα πάμε στην Κάτω Δευτερά, στο Σπήλαιο της Παναγίας της Χρυσοσπηλιώτισσας. Εκεί θα δούμε την θαυματουργό εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, που βρέθηκε με θαύμα σε μια λαξευτή σπηλιά στο βράχο. Θα δούμε επίσης το Ασκητήριο και παραστάσεις του 14ου μ.Χ. αιώνα. Υπάρχουν τρία λαξευμένα υποσπήλαια που συνδέονται μεταξύ τους με δύο εσωτερικές σήραγγες. Στο κεντρικό υποσπήλαιο, που είναι το μεγαλύτερο, υπάρχει ναός. Μέσα στο ιερό βήμα υπάρχουν σημαντικές τοιχογραφίες, οι οποίες ανάγονται στον 12ο – 13ο αιώνα. Η ονομασία του σπηλαίου οφείλεται στην ανεύρεση της σεπτής και θαυματουργής εικόνας της Παναγίας η οποία σύμφωνα με την παράδοση βρέθηκε με θαυμαστό τρόπο μέσα στο σπήλαιο. Από τότε το σπήλαιο ονομάστηκε «χρυσό σπήλαιο» και «Χρυσοσπηλιώτισσα» η Παναγία μας.

Μετά θα πάμε στη γυναικεία Μονή Αγίου Ηρακλειδίου, του πρώτου μαθητή των Αποστόλων Παύλου και Βαρνάβα και του πρώτου επισκόπου Κύπρου. Θα προσκηνύσουμε τον τάφο του Αγίου, που έχει πανέμορφα ψηφιδωτά. Η Μονή ιδρύθηκε κατά την πρώϊμη βυζαντινή περίοδο (330-350 μ.Χ). από Κυπρίους ευσεβείς, προς τιμήν του αγίου Ηρακλειδίου. Σύμφωνα με τον Ρώσο μοναχό Βασίλη Μπάρσκυ, πού επισκέφθηκε τη Μονή το 1735, αυτή είχε αμπέλια, περιβόλια, χωράφια και πρόβατα, σε ένα όμορφο φυσικό περιβάλλον, με χαμηλά βουνά, νερό και οπωροφόρα δέντρα. Από το γραπτό αυτό κείμενο πληροφορούμαστε την ύπαρξη τριών σαρκοφάγων μέσα στο Μεσαιωνικό Μαυσωλείο των Επισκόπων Ηρακλείδιου, Μνάσωνα και Ρόδωνα.

Επίσκεψη στη Μητρόπολη Ταμασού και Ορεινής, όπου θα δούμε το Μουσείο και το λειψανοφυλάκιο, έργα του Μητροπολίτη κ.κ. Ησαϊα.

53453453

Κέρασμα από τη Μητρόπολη και σύντομες διαλέξεις πέντε λεπτών των διοργανωτών με θέματα:

- Αποστόλων Βήματα

- Ταμασσός: Η πρώτη επισκοπή της Κύπρου

- Μητρόπολη Ταμασού στο χώρο και στο χρόνο

Ακολούθως θα πάμε στα Πέρα, στην εκκλησία του Αρχάγγελου Μιχαήλ, όπου υπάρχουν ιστορικές βυζαντινές εικόνες και αργυρά τάματα του 16ου αιώνα.

THEO3 XO 36

Χαρακτηριστική είναι η μεγάλη εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ με διαστάσεις 2,30m x 1,48m. H εκκλησία ανακαινίστηκε στα 1890 και λειτουργεί στις 8 Νοεμβρίου, ημέρα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Σήμερα χρησιμοποιείται και για τέλεση διαφόρων μυστηρίων όπως γάμοι, βαπτίσεις και παρακλήσεις.

Ακολουθεί επίσκεψη στο Παλαιχώρι στο ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, όπου υπάρχουν τοιχογραφίες ιταλοβυζαντινής τέχνης και έχει κηρυχθεί μνημείο της ΟΥΝΕΣΚΟ.

Η εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. από το 2000 περιλαμβάνεται, μαζί με εννέα άλλες τοιχογραφημένες βυζαντινές εκκλησίες του Τροόδους, στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Η εκκλησία κτίστηκε στις αρχές του 16ου αιώνα.  Το εσωτερικό του ναού κοσμείται με τοιχογραφίες, οι οποίες αποτελούν ένα από τα πιο ολοκληρωμένα εικονογραφικά σύνολα της υστεροβυζαντινής τέχνης της Κύπρου. Πρόκειται για το σημαντικότερο δείγμα μιας ομάδας έργων της ενετοκρατίας που ακολουθούν την παραδοσιακή βυζαντινή τέχνη, επηρεασμένη από τη δυτική ζωγραφική.

Πηγή: http://palaichori.eu/index.php/ekklisies/8-i-agia-sotira

Μετά στο Μουσείο Βυζαντινής Κληρονομιάς Παλαιχωρίου

Πέρασμα στη συνέχεια από τον Ασκά, όπου υπάρχουν οι Εκκλησίες του Τιμίου Προδρόμου του 15ου αιώνα και της Αγίας Χριστίνας (1518) όπου υπάρχουν τοιχογραφίες και εικόνες του 15ου και 16ου αιώνα.

Ακολούθως στο Πελέντρι, στην Εκκλησία Τιμίου Σταυρού, του 12ου αιώνα, η οποία περιλαμβάνεται στα  Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ.

Πεντάλεπτη ομιλία με θέμα: Η Εκκλησία της Κύπρου κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες

Η εκκλησία του Τιμίου Σταυρού στο Πελέντρι, έχει εικονογραφίες από το 1171. Πρόκειται για μια σπάνια εκκλησία, με τεχνοτροπία του 12ου αιώνα, που μοιάζει με σύγχρονα παραδείγματα από εκκλησίες του ελλαδικού χώρου, της Καππαδοκίας και της Κρήτης.

Για τη εκτέλεση των τοιχογραφιών του κυρίως τμήματος της εκκλησίας, που χρονολογούνται στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα, εργάστηκαν τουλάχιστον δύο ζωγράφοι, που ανήκαν στο ίδιο εργαστήριο, μαζί με τους μαθητές τους. Οι τοιχογραφίες έγιναν με δαπάνη πολλών δωρητών. Από το σύνολο αυτό ξεχωρίζει μια ομάδα τοιχογραφιών που ακολουθεί την παλαιολόγεια τεχνοτροπία που αναπτύχθηκε στην Κωνσταντινούπολη κατά το 14ο αιώνα. Μια δεύτερη ομάδα ακολουθεί την ντόπια σύγχρονη παράδοση της βυζαντινής ζωγραφικής, εμπλουτισμένη με σταυροφοριακά και αρμενικά τεχνοτροπικά και εικονογραφικά στοιχεία.

Πηγή: Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου.


Μόρφου

Επίσκεψη στο όμορφο χωριό Μένικο, στην εκκλησία του Αγίου Κυπριανού. Εκεί ο ιερέας θα διαβάσει σε όσους επιθυμούν, την Ευχή του Αγίου Κυπριανού, η οποία απελευθερώνει από τα μάγια και το μάτιασμα.

Πέρασμα από την Περιστερώνα το ναό  Αγίων Βαρνάβα και Ιλαρίωνος, του 12ου αιώνα, που κτίστηκε κατά το πρότυπο της κατεστραμμένης εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη.


Και μετά στην Ασίνου, στην Παναγία Φορβιώτισσα, η οποία είναι γεμάτη με τοιχογραφίες  του 1105 και του 1332 και αποτελεί προστατευόμενο μνημείο από την  ΟΥΝΕΣΚΟ. Εδώ θα έχουμε δύο πεντάλεπτες διαλέξεις: Η Κομνήνεια εποχή στην Κύπρο / Οι ξυλόστεγοι ναοί του Τροόδους: Αρχιτεκτονική και Τέχνη

Η εκκλησία της Παναγίας της Φορβιώτισσας, η οποία χρονολογείται από το 1099, λειτούργησε και  κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα οπότε εγκαταλείφθηκε. Το εσωτερικό του ναού είναι γεμάτο με τοιχογραφίες που απηχούν την τέχνη της Κωνσταντινούπολης, από όπου θα πρέπει να προερχόταν και ο ζωγράφος που τις δημιούργησε, και αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα σύνολα βυζαντινής τέχνης της περιόδου.

Αμέσως μετά στο χωριό Λαγουδερά, σε άλλο ένα μνημείο προστατευόμενο από την ΟΥΝΕΣΚΟ, την Παναγία του Άρακα, όπου υπάρχουν τοιχογραφίες του 1192

Πρόκειται για το καθολικό ομώνυμης Μονής που οικοδομήθηκε μέσα στο δεύτερο μισό του 12ου αιώνα, σε μια περίοδο που ο μοναστικός βίος ανθούσε στην Κύπρο. Όταν στα 1735 επισκέφθηκε το μέρος ο Ρώσος μοναχός Βασίλη Μπάρσκυ, η μονή βρισκόταν σε παρακμή. Ο Μπάρσκυ δηλώνει ότι εκεί διαβιούσαν μόλις τρεις μοναχοί. Σύμφωνα με άλλες γραπτές πηγές, το μοναστήρι εξακολούθησε να λειτουργεί μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Σήμερα, εκτός από την εκκλησία, σώζεται και ένα διώροφο μοναστηριακό κτήριο στη βόρεια της πλευρά, το οποίο χρησιμοποιείται ως κατοικία του ιερέα.

Η προέλευση του επωνύμου «του Άρακα» σύμφωνα με τον Μπάρσκυ, προέρχεται από τη λέξη «ιέρακας», δηλαδή γεράκι.

Ο ναός εσωτερικά είναι γεμάτος τοιχογραφίες. Σύμφωνα με επιγραφή που βρίσκεται πάνω από τη βόρεια είσοδο του ναού, η εκκλησία διακοσμήθηκε με δαπάνη του Λέοντος Αυθέντη το Δεκέμβριο του 1192. Πρόκειται για εξαιρετικής ποιότητας υστεροκομνήνειες τοιχογραφίες, οι οποίες αποτελούν την πιο ολοκληρωμένη σειρά τοιχογραφιών της Μέσης Βυζαντινής περιόδου στην Κύπρο και εκφράζουν τις σύγχρονες τάσεις που διέπουν την βυζαντινή τέχνη της Κωνσταντινούπολης.

Και το επόμενο μνημείο ο  Τίμιος Σταυρός του Αγιασμάτι, στην Πλατανιστάσα, είναι του 1494 και περιλαμβάνεται, μαζί με εννέα άλλες τοιχογραφημένες βυζαντινές εκκλησίες του Τροόδους, στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ.

Πρόκειται για το καθολικό ομώνυμης μονής που οικοδομήθηκε στα τέλη του 15ου αιώνα. Ο Ρώσος μοναχός Βασίλη Μπάρσκυ, ο οποίος επισκέφθηκε το νησί στα 1735, αναφέρει ότι το μοναστήρι ήταν από τότε εγκαταλελειμμένο και διέμεναν εκεί μόνο ένας μοναχός, ο οποίος ήταν και ηγούμενος, και ένας λαϊκός υπηρέτης. Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές η ονομασία «Αγιασμάτι» προέρχεται από τη λέξη Αγίασμα. Άλλη εκδοχή συνδέει την ονομασία με την περιοχή Αγιασμάτι της δυτικής Μικράς Ασίας, μια τοποθεσία που αναφέρεται σε σχέση με την άλωση της Κωνσταντινούπολης στα 1453. Ένα ενδεχόμενο είναι να κατέφυγαν πρόσφυγες από την περιοχή αυτή στην Κύπρο και να ίδρυσαν λίγο αργότερα ένα μοναστήρι στα βουνά του νησιού, δίνοντάς του το ίδιο όνομα με αυτό της ιδιαίτερης τους πατρίδας. Από τα υπόλοιπα μοναστηριακά κτίσματα, σώζονται σήμερα μόνο κάποια ερείπια κελιών στο νότιο τμήμα του ναού.

Ολόκληρο το εσωτερικό της εκκλησίας, ακόμη και τα τέσσερα δοκάρια που συγκρατούν τη ξύλινη στέγη, είναι ζωγραφισμένο. Οι τοιχογραφίες αναπτύσσονται σε δύο ζώνες. Στην ανώτερη ζωγραφίζονται οι πολυάνθρωπες σκηνές της Καινής Διαθήκης και στην κατώτερη οι μεμονωμένες μορφές.

Στη συνέχεια, σε ένα πολύ όμορφο χωριό, την Κακοπετριά, όπου θα δούμε άλλο ένα μνημείο προστατευόμενο από την ΟΥΝΕΣΚΟ, τον Άγιο Νικόλαο της Στέγης, με τοιχογραφίες  του 11ου , 12ου , 13ου και  14ου αιώνα.

Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου της Στέγης αποτελεί μοναδικό, σωζόμενο στην Κύπρο, παράδειγμα βυζαντινής Μονής η ίδρυση της οποίας τοποθετείται, κατά πάσα πιθανότητα, στο πρώτο μισό του 11ου αιώνα. Η μονή αυτή ήκμασε τόσο κατά τη Μέση Βυζαντινή περίοδο όσο και κατά τη Φραγκοκρατία, ενώ κατά το 18ο αιώνα επήλθε η παρακμή, με αποτέλεσμα να διαλυθεί μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα. Από τότε φαίνεται ότι λειτουργούσε ως ξωκλήσι και ως προσκύνημα, όπως και σήμερα. Η ξύλινη στέγη του, στρωμένη με επίπεδα αγκιστρωτά κεραμίδια που κατασκευάζονται στην περιοχή του Τροόδους, έδωσε την προσωνυμία «της Στέγης» στον Άγιο Νικόλαο, τουλάχιστον από το 13ο αιώνα.  Ο Άγιος Νικόλαος της Στέγης είναι διακοσμημένος εσωτερικά με τοιχογραφίες που τοποθετούνται χρονολογικά σε διάφορες περιόδους, οι οποίες καλύπτουν ένα διάστημα πέραν των 600 χρόνων. Αυτός ο κατάγραφος ναός έχει χαρακτηριστεί, δικαίως, ως ένα μουσείο της βυζαντινής ζωγραφικής. Οι αρχαιότερες τοιχογραφίες χρονολογούνται στον 11ο αιώνα και είναι οι σημαντικότερες της εποχής αυτής που σώζονται στο νησί. Περιλαμβάνουν σκηνές του Δωδεκάορτου, την Έγερση του Λαζάρου, την Κοίμηση της Παναγίας, μεμονωμένες μορφές, κ.ά.
Μετά θα πάμε στη Γαλάτα, στην Παναγία της Ποδίθου, άλλο ένα προστατευόμενο από την ΟΥΝΕΣΚΟ μνημείο του 16ου αιώνα. Εδώ θα ακούσουμε άλλη μια πεντάλεπτη διάλεξη των διοργανωτών με θέμα: Η Ιταλοβυζαντινή Τέχνη στην Κύπρο.

Η εκκλησία της Παναγίας της Ποδίθου, η οποία είναι κτισμένη μέσα σε μια στενή και εύφορη κοιλάδα, οικοδομήθηκε, σύμφωνα με επιγραφή που βρίσκεται στην εξωτερική πλευρά του ναού, στα 1502 με χορηγία του Δημητρίου ντε Κορόν και της συζύγου του Ελένης. Ο Ρώσος μοναχός Βασίλι Μπάρσκυ, που επισκέφθηκε τη μονή στα 1734, αναφέρει ότι σε παρακείμενο μικρό διώροφο κτήριο, κτισμένο με πλιθιά, κατοικούσαν δύο μοναχοί. Το κτήριο αυτό σωζόταν μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα. Σε δύο τοιχογραφίες του 17ου αιώνα απεικονίζονται οι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος. Εκεί θα δούμε και τον δωρητή με την Ελληνίδα σύζυγό του να προσφέρουν  στην Παναγία ένα μοντέλο της εκκλησίας. Είναι εμφανές ότι πρόκειται για έναν εξελληνισμένο πλέον φράγκο που ακολουθεί το ορθόδοξο τυπικό στη λατρεία και ομιλεί την ελληνική γλώσσα. Ο ζωγράφος που εργάστηκε στην Ποδίθου είναι επηρεασμένος, τεχνοτροπικά και εικονογραφικά, από τη δυτική ζωγραφική. Μερικές από τις παραστάσεις της Παναγίας της Ποδίθου θεωρούνται από τα καλύτερα δείγματα της «ιταλοβυζαντινής» τεχνοτροπίας, η οποία εμφανίστηκε και εξαπλώθηκε στο νησί με την ενετοκρατία. Η τεχνοτροπία αυτή συνδυάζει βυζαντινά στοιχεία με αντίστοιχα της ιταλικής τέχνης της Αναγέννησης.

Σύγχρονο με τις τοιχογραφίες του 1502 είναι και το ξυλόγλυπτο τέμπλο που επιχρυσώθηκε ξανά στα 1783, καθώς και ένα αναλόγιο.


Κύκκος Πεδουλάς
Πρωί – πρωί θα πάμε στην Ιερά Μονή της Παναγίας του Κύκκου, μια από τις τρεις μεγαλύτερες και ιστορικότερες σταυροπηγιακές Ιερές Μονές της Κύπρου, της οποίας  Ηγούμενος είναι ο εκάστοτε Μητροπολίτης Κύκκου. Στην Μονή υπάρχει και η γνωστή εικόνα της Παναγίας της Ελεούσας (του Κύκκου) που παρουσιάζει την Παναγία βρεφοκρατούσα από τη δεξιά πλευρά, η οποία, κατά την παράδοση, φέρεται να είναι αγιογραφημένη από τον Ευαγγελιστή Λουκά. Θα επισκεφθούμε και το πολύ πλούσιο Μουσείο και οι διοργανωτές θα κάνουν μια πεντάλεπτη διάλεξη για τη μονή και Τα Σταυροπηγιακά Μοναστήρια της Κύπρου

Μετά θα πάμε στον Πεδουλά, όπου υπάρχει η Εκκλησία Αρχαγγέλου Μιχαήλ, του 1474, η οποία από το 1985 περιλαμβάνεται στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ.

Σύμφωνα με επιγραφή πάνω από την είσοδο, η εκκλησία κτίστηκε και τοιχογραφήθηκε στα 1474 με δαπάνη του ιερέα Βασίλειου Χάμαδου. Ο ιερέας εικονίζεται πάνω από την επιγραφή, συνοδευόμενος από τη σύζυγο και τις δύο θυγατέρες του, να προσφέρει ομοίωμα της εκκλησίας στον Αρχάγγελο Μιχαήλ.

Την εκκλησία αγιογράφησε ο Μηνάς, ένας τυπικός λαϊκός ζωγράφος της εποχής, που παρ’εμεινα προσκολλημένος στις Βυζαντινές παραδόσεις.

Στο τέμπλο του ναού υπάρχει ζωγραφισμένο το οικόσημο του μεσαιωνικού Βασιλείου της Κύπρου και δίπλα ο δικέφαλος αετός, σύμβολο των Παλαιολόγων, των τελευταίων βασιλέων του Βυζαντίου. Δίπλα στο ναό, σε ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα του παλιού δημοτικού σχολείου, φυλάσσονται φορητές εικόνες και άλλα έργα θρησκευτικής κυρίως τέχνης. Αυτά προέρχονται από τις βυζαντινές εκκλησίες της περιοχής του Πεδουλά και χρονολογούνται από το 13ο μέχρι τον 20ο αιώνα.

Μετά θα πάμε στην Παναγία του Μουτουλλά, ένα μνημείο του 1280 μ.Χ. το οποίο περιλαμβάνεται στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ. Μια σύντομη διάλεξη εδώ από τους διοργανωτές με θέμα: Η Σταυροφορική τέχνη στην Κύπρο. Η περίπτωση των τοπικών εργαστηρίων του Τροόδους.

Σύμφωνα με επιγραφή στο Ιερό Βήμα, ο ναός κτίστηκε και τοιχογραφήθηκε στα 1280 με δαπάνη του «Ιωάννη του Μουτουλλά» και της συζύγου του Ειρήνης, οι οποίοι απεικονίζονται να κρατούν το ομοίωμα της εκκλησίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι κτήτορες τηρούν πιστά την ορθόδοξη παράδοση, γεγονός που φαίνεται από την επιλογή των θεμάτων, χωρίς όμως να απομονώνονται από το σύγχρονό τους κόσμο. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για ένα αξιόλογο ζωγραφικό σύνολο.Τόσο η τεχνοτροπία του ζωγράφου όσο και το εικονογραφικό πρόγραμμα που ακολουθεί, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τεχνοτροπικά πρόκειται για ένα μείγμα παλαιότερων βυζαντινών προτύπων του 12ου αιώνα, και στοιχείων από τη σύγχρονη του δυτική ζωγραφική. Χρησιμοποιεί επίσης στοιχεία της ζωγραφικής που αναπτύχθηκε στα σταυροφοριακά κρατίδια της Ανατολής και στην Καππαδοκία, την Κρήτη, και γενικά σε απομακρυσμένους ελληνικούς τόπους. Μερικά από τα στοιχεία αυτά συναντούνται και στα ερημητήρια της Απουλίας και τις εκκλησίες της Καλαβρίας στην Κάτω Ιταλία. Στα τέλη του 15ου με αρχές του 16ου αιώνα διακοσμήθηκε η εξωτερική πλευρά του βόρειου τοίχου με την πολυπρόσωπη σκηνή της Μέλλουσας Κρίσης.

Και θα καταλήξουμε στον Καλοπαναγιώτη, στην Εκκλησία Αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή, ένα προστατευόμενο από την ΟΥΝΕΣΚΟ μνημείο με τοιχογραφίες του 11ου, 12ου και 15ου αιώνα. Στη μονή υπάρχει και αξιόλογο Σκευοφυλάκιο.

Η μονή του Αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή βρίσκεται σε κεντρική περιοχή της οροσειράς του Τροόδους, μέσα στην κοιλάδα της Μαραθάσας, απέναντι από το χωριό Καλοπαναγιώτης. Το καθολικό, που είναι αφιερωμένο στον Άγιο Ηρακλείδιο, ανάγεται στον 11ο αιώνα. Σε μία επιγραφή του 15ου αιώνα που συνοδεύει πορτραίτα δωρητών στο νάρθηκα, η εκκλησία αναφέρεται ως καθολική, δηλαδή ως η κύρια ενοριακή εκκλησία της κοινότητας. Κατά το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα προστέθηκε ένα παρεκκλήσιο, γνωστό ως το «λατινικό» παρεκκλήσιο, πιθανόν για τις λατρευτικές ανάγκες των Λατίνων της περιοχής την εποχή εκείνη.

Ο ζωγραφικός διάκοσμος της μονής του Αγίου Ιωάννου του Λαμπαδιστή είναι του 11ου, 12ου, 13ου και 14ου αιώνα. Η διακόσμηση του νάρθηκα είναι μεταγενέστερη και αποτελεί, σύμφωνα με επιγραφή, έργο Κωσταντινουπολίτη ζωγράφου που κατέφυγε στην Κύπρο μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης στα 1453. Οι τοιχογραφίες αυτές ακολουθούν τα ρεύματα της πρωτεύουσας, ενώ οι τοιχογραφίες του «λατινικού» παρεκκλησιού που χρονολογούνται γύρω στα 1500, εντάσσονται στην «ιταλοβυζαντινή» τεχνοτροπία, η οποία συνδυάζει βυζαντινά στοιχεία με αντίστοιχα της ιταλικής τέχνης της Αναγέννησης. Στο παρεκκλήσιο του Αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή, σώζεται η κάρα του Αγίου, μέσα σε αργυρεπίχρυση λειψανοθήκη τοποθετημένη σε ειδική κόγχη. Στον τοίχο πάνω από τη λειψανοθήκη σώζονται πολλές υπογραφές επώνυμων και ανώνυμων προσκυνητών και περιηγητών που πέρασαν κατά καιρούς από τη μονή.


Δάλι – Λάρνακα
Το πρωί στο αρχαιολογικό χώρο Ιδαλίου, ένα αρχαίο βασίλειο της Κύπρου, όπου τιμήθηκε ο πιο όμορφος νέος της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, ο Άδωνης. Στο μουσείο του Ιδαλίου μια πεντάλεπτη διάλεξη με θέμα : Αρχαία Κυπριακά Βασίλεια.

Στη συνέχεια στην εκκλησία του Άγιου Μάμα, έξω από το Ιδάλιο, η οποία είναι  γοτθικού ρυθμού και κτίστηκε πιθανότατα το 15ο αιώνα, με μαρμάρινες κολώνες από την αρχαία πόλη του Ιδαλίου.

Η εικόνα του Αγίου Μάμαντος, του 19ου αιώνα, αποτυπώνει αισθητικά και τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά της σχολής του Ιωάννου Κορνάρου του Κρητικού όπως είναι «τα στρογγυλά πρόσωπα με τα πολύ λεπτά φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά, τις γλυκερές εκφράσεις, τις εξευγενισμένες κινήσεις και το αρχοντικό ανάστημα».

Επίσκεψη στο παρεκκλήσι του τοπικού Αγίου Δημητριανού του Ανδριδιώτου, στον τόπο που μαρτύρησε. O Άγιος Δημητριανός γεννήθηκε πιθανόν στην Κύπρο και ο πατέρας του ονομαζόταν Αυγουστίνος.  Έζησε κατά την περίοδο των Αραβικών επιδρομών (7ος-10ος αιώνας) και ήδη από παιδί αναφέρεται ότι θεράπευσε κάποιον τυφλό.  Αργότερα έγινε αξιωματικός αλλά εγκατέλειψε γρήγορα την κοσμική ζωή και ασκήτευσε σ’ ένα σπήλαιο της περιοχής. Εκεί έμελλε να βρει μαρτυρικό θάνατο από έναν Αγαρηνό ο οποίος βλέποντάς τον να προσεύχεται τον κτύπησε μ’ ένα βέλος και εν συνεχεία τον αποκεφάλισε.  Λέγεται ότι από την κεφαλή του έτρεξε τότε γάλα το οποίο αλείφτηκαν πολλοί ασθενείς και θεραπεύτηκαν.

Κοντά στην ακρόπολη του Αρχαίου Ιδαλίου, φαντάζει με μια επιβλητική απλότητα απόλυτα αρμονικό με το φυσικό περιβάλλον, το πλέον αγαπητό προσκύνημα τόσο των κατοίκων όσο και των επισκεπτών του Ιδαλίου, το εκκλησάκι του αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Το εκκλησάκι κτίστηκε γύρω στο 15ο αιώνα.  Στο Ιερό Βήμα σώζονται υπολείμματα από την ένθρονη Θεοτόκο και διακρίνεται το κεφάλι του Αγγέλου στα δεξιά Της.  Πιο κάτω διασώζονται δύο ιεράρχες, η σκηνή της Πεντηκοστής, τέσσερις Απόστολοι και  μεγάλη τοιχογραφία του Αγίου Γεωργίου και ημικατεστραμμένη εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας.


Λάρνακα

Επίσκεψη στην Εκκλησία του Αγίου Λαζάρου  10ου αιώνα, όπου σώζεται ο τάφος και η κάρα του Αγίου.
Η εκκλησία του Αγίου Λαζάρου είναι κτισμένη στην παραλιακή ζώνη της πόλης της Λάρνακος και αποτελεί το λατρευτικό κέντρο του Αγίου Λαζάρου στην Κύπρο. Η σχέση του αγίου με το νησί υπήρξε στενή. Μετά την έγερσή του κατέφυγε στην Κύπρο όπου συναντήθηκε με τους Αποστόλους Παύλο και Βαρνάβα, οι οποίοι τον χειροτόνησαν επίσκοπο Κιτίου. Οι πηγές αναφέρουν ότι τάφηκε σε μαρμάρινη λάρνακα η οποία έφερε την επιγραφή «Λάζαρος ó τετραήμερος καί φίλος τοũ Χριστοũ». Ο ναός του Αγίου Λαζάρου, μαζί με το οχυρωμένο λιμάνι και το φράγκικο κάστρο, αποτελούσαν κατά τους μεσαιωνικούς και νεότερους χρόνους τα μεγαλοπρεπέστερα κτίρια της Λάρνακος.

Σύμφωνα με περιηγητές του 16ου αιώνα, ένα όρυγμα που βρισκόταν κάτω από το Ιερό λατρευόταν ως ο τάφος του Αγίου Λαζάρου και αποτελούσε πανορθόδοξο προσκύνημα.

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ο ναός μετατράπηκε σε ισλαμικό τέμενος και το 1589 πουλήθηκε στην ορθόδοξη κοινότητα έναντι 3.000 άσπρων.

Σήμερα, κάποια κελλιά λειτουργούν ως μουσείο στο οποίο εκτίθενται εκκλησιαστικά κειμήλια από το ναό του Αγίου Λαζάρου, φορητές εικόνες, παλαίτυπα και σταυροί.
Πέρασμα από το Κάστρο της Λάρνακας, το οποίο για πολλούς αιώνες προστάτευε τη Λάρνακα και την Κύπρο ολόκληρη από τους ληστές, πειρατές και εισβολείς.


Το κάστρο που δεσπόζει στο νότιο άκρο του παραλιακού μετώπου του ιστορικού πυρήνα της πόλης της Λάρνακας είναι ένα οθωμανικό οικοδόμημα του 1625μ.Χ., όπως μαρτυρά και η σχετική επιγραφή που βρίσκεται πάνω από την είσοδο.
Το κάστρο κτίστηκε αρχικά στα τέλη του 14ου αιώνα μ.Χ. από το Λουζινιανό βασιλιά της Κύπρου Ιάκωβο Α΄(1382-1398). Αποτελούσε μέρος της αλυσίδας των αμυντικών έργων που έγιναν τότε για να επιτηρούν και να προστατεύουν τη νοτιοανατολική πλευρά του νησιού. Κατά την ενετοκρατία το κάστρο ενισχύθηκε, μέσα στα πλαίσια της αναβάθμισης του ρόλου του λιμανιού της Λάρνακας όχι μόνο σε σχέση με το εμπόριο άλατος αλλά και με το εμπόριο άλλων προϊόντων από και προς τη γειτονική συροπαλαιστινιακή ακτή και, φυσικά, με τη Δύση.

Το κάστρο ανοικοδομήθηκε στα 1625 από τους Οθωμανούς  και εξοπλίστηκε με τηλεβόλα, ενώ σε αυτό έδρευε μια μικρή φρουρά από γενίτσαρους. Από τα μέσα τουλάχιστον του 18ου αιώνα όμως, το κάστρο παρήκμασε και ο κύριος του ρόλος ήταν η ρίψη χαιρετιστήριων βολών προς τα διερχόμενα πλοία.

Οι Άγγλοι όταν κατείχαν την Κύπρο, χρησιμοποιούσαν το κάστρο ως αστυνομικό σταθμό και φυλακή, μέχρι τα μέσα περίπου του 20ου αιώνα. Η δυτική αίθουσα του ισογείου χρησιμοποιήθηκε από τους Άγγλους για εκτελέσεις καταδίκων δι’ απαγχονισμού. Από το 1948 λειτούργησε ως Επαρχιακό Μουσείο Λάρνακας, μέχρι το 1969, οπότε εγκαινιάστηκε το σημερινό Επαρχιακό Μουσείο, στο οποίο εκτίθενται παλαιοχριστιανικά, βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία της Κύπρου.

Επίσκεψη στην Εκκλησία Παναγίας Αγγελόκτιστης με ψηφιδωτές παραστάσεις του 6ου αι. στην αψίδα του ναού, όπου εικονίζεται η «ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΑ» βρεφοκρατούσα πλαισιωμένοι από τους Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ.   Πεντάλεπτη Διάλεξη: Τα εντοίχια ψηφιδωτά της Κύπρου.

Ο ναός της Παναγίας της κτίστηκε τον 11ο αιώνα πάνω στα ερείπια μίας παλαιοχριστιανικής βασιλικής του 5ου αιώνα. Η βασιλική είχε ημικυκλικό σύνθρονο, που σώζεται μέχρι σήμερα στον χώρο του Ιερού Βήματος του ναού του 11ου. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, οι κάτοικοι του αρχαίου Κιτίου, εξ’ αιτίας των Αραβικών επιδρομών μετακινήθηκαν προς το Κίτι για περισσότερη ασφάλεια, και αποφάσισαν να αναγείρουν ναό προς τιμή της Θεοτόκου. Με την έναρξη των εργασιών διαπίστωσαν ότι κατά την διάρκεια της νύκτας τα θεμέλια του ναού μετακινούνταν σε διαφορετική τοποθεσία. Σύμφωνα πάντα με την παράδοση, οι κάτοικοι μετέφεραν το ναό αλλού και διαπίστωσαν πως τη νύκτα κατέβαιναν στρατιές αγγέλων και έκτιζαν το ναό, εξού και το προσωνύμιο Αγγελόκτιστη.

Στο εσωτερικό του, ο ναός της Παναγίας της Αγγελόκτιστης κοσμείται με σημαντικές τοιχογραφίες του 13ου αιώνα, φορητές εικόνες διαφόρων εποχών και με το περίφημο ψηφιδωτό της Παναγίας της Αγγελόκτιστης.